"Πολλές φορές ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω, μα πώς να γίνει
πιστευτό, περιπλανιόμουν, λοιπόν, σιωπηλός, κι αν δεν πέθαινα,
είναι για να κρατήσω αυτή την έσχατη θέση και να μην υποφέρει
ένας άλλος τελευταίος" Τ.Λ.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμιλώντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμιλώντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Μαρτίου 08, 2011

All I ever wanted was a single thing worth fighting for...




Το "Avatar" το είχα δει μερικές μέρες πριν και είχα μείνει με το στόμα ανοικτό, θα το ξανάβλεπα σίγουρα. Τώρα αν θα πλήρωνα κανονικό ή παιδικό εισιτήριο δεν είχε και μεγάλη σημασία, την ίδια στιγμή που μια κρύα μπυρίτσα θα συνόδευε ιδανικά το βράδυ. Τουλάχιστον αλκοόλ μπορείς να παραγγείλεις με ευκολία, ανεξάρτητα από το εισιτήριο.

Κι όλα κόλλησαν. Θόλωσαν. Εσβησαν. Τέλειωσαν οι μπαταρίες από το walkman και ξεκίνησε το μάσημα της κασέτας. Μερικές άναρθρες κραυγές φόρτωσαν με φόβο την ατμόσφαιρα, δεύτερο πατατράκ τόσο σύντομα και δύσκολα βγαίναμε λάδι. Στην απέναντι γραμμή, μια φωνή ψυχραιμίας και ταχύτατης σκέψης βοηθάει λίγο την κατάσταση, ενώ όλα μοιάζουν να μπαίνουν και πάλι στη θέση τους.Ο φόβος όμως φυλάει τα έρμα κι ο έλεγχος αναπόφευκτος.

Στη διάρκεια της ολονυχτίας, πέρασε ένα ζευγάρι με έναν τύπο που κόντεψε να μείνει "κόκαλο" την ώρα του σεξ, ένας άλλος που είχε έρθει με τη μαμά και παραπονιόταν για πονοκέφαλο, με τέτοια μαμά ο πονοκέφαλος είναι το λιγότερο που μπορεί να σου συμβεί, ένας ναρκομανής που είχε πάει να πει το παραμύθι του και μια φιλάσθενη που πρέπει να είχε τα επείγοντα δεύτερο σπίτι της. Δεν ήταν φορτωμένη εφημερία, όμως όποιος βαριέται να ζυμώσει δέκα μέρες κοσκινίζει.

"Θα πρέπει να σας αγαπάνε πολύ για να έρθουν τέτοια ώρα εδώ", είπε το αφεντικό της εφημερίας με μια φωνή γεμάτη απορία και θαυμασμό ταυτόχρονα. Χαμογέλασα αμήχανα και κάπου εκεί η ψύχραιμη φωνή πήρε σάρκα και οστά, έστω κι αν το άγχος για την έκβαση της υπόθεσης ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. Λίγες μεστές κουβέντες και ένα χαμόγελο στάθηκαν αρκετά για επανέλθουν όλα γύρω μου.

Απο τότε πέρασε ένας χρόνος. Ανα τακτά χρονικά διαστήματα γυρίζαμε και ένα επεισόδιο, αν τα μαζεύαμε σε μια σεζόν και τα βγάζαμε σε μπλου-ρέι, ο συμπαθής Dr House θα έμενε άνεργος.

Τελικά το "Avatar" το είδα πάλι πριν λίγες μέρες στην τηλεόραση. Σε χάι-ντεφινίσιον. Δύο φορές. Μετά κοιμήθηκα.
"Sooner or later, though, you always have to wake up"

Κυριακή, Μαρτίου 06, 2011

There's too much "Howard Hughes" in Howard Hughes...




Σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο. Καλύτερα σε μια αίθουσα προβολής. Ανάβει ένα μικρό κόκκινο φως που καλύπτει επιμελώς τις ατέλειες του πρωταγωνιστή. Κουλουριασμένος κάθεται, άυπνος και ταλαιπωρημένος, περιμένοντας να ξεκινήσει η παράσταση ή να τον πάρει ο ύπνος.

Στον τοίχο αποτυπώνονται συνεχώς οι ίδιες εικόνες και ο μονόλογος συνεχίζεται. Μόνο που ο ύπνος δεν έρχεται και η σεκάνς επαναλαμβάνεται. Αυτή τη φορά χωρίς προβολή, η μπομπίνα γύρισε όσο ήταν και η κινηματογραφική μηχανή καταστράφηκε.

"Αυτή τη φορά θέλω μόνο ένα τετράδιο 11 ιντσών και ένα μολύβι φάμπερ, από τα πράσινα με την ασημί ουρά και τη χοντρή μύτη". 

Γράψε λοιπόν κύριε πρωταγωνιστά το σενάριο που έχεις σκαρφιστεί, χαλώντας την μια και μοναδική σελίδα του τετραδίου. Καταστρέφοντας το ένα και μοναδικό αντίτυπο. Τόσο πολύ και με τέτοια μανία που δεν πρόκειται να βγει στην αγορά, αλλά και να έβγαινε, ούτε εσύ ο ίδιος δεν θα το αγόραζες. Καλύτερα τρελός, παρά διάσημος.

Μόλις γράψεις όσα θες αλλά και όσα δεν θες αλλα τελικά ήθελες, τύλιξέ το και βγες από το τενεκεδένιο κουτί σου. Βάλε πάνω δεξιά τη διεύθυνση και κάτω αριστερά τον αποστολέα, έτσι κι αλλιώς μια ζωή το δικό σου έκανες, πάντα ανάποδα, τώρα θα αλλάξεις;

"Sometimes I truly fear that I... am losing my mind. And if I did it... it would be like flying blind".

Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2011

Πέρασα




Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ' όλα. Λίγο απ' όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ' ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ' αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.

Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από δω, πήγα κι από κει.
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από δω, έχασα κι από κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ' την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ' το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου 'λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ' αντίσταση σ' αυτό το ποτάμι
όταν είχε πολύ νερό, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.


Κική Δημουλά

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 11, 2011

βότκα με κουκούτσα...




Βότκα μανταρίνι, με μπόλικα παγάκια, ελαφριά, όπως το απογευματάκι, δεν με ξεγελάς κι ας είναι μηδέν, δυο : μηδέν, μηδέν (02:00). Τί περίμενες δηλαδή όταν ξυπνάς στις δεκαπέντε και κάτι ψιλά. "Δεν σε βλέπω να κοιμάσαι σύντομα", μας πήρανε χαμπάρι αδερφέ, κρύβε λόγια. Δεν έχω να κρύψω, μου τα έκρυψαν άλλοι απόψε ή καλύτερα δε μου τα φανέρωσαν ποτέ. Εσύ να επιμένεις να κρύβεσαι πίσω από τη συνήθη σου μελαγχολία, πιες μια γουλιά ακόμη μπας και γράψεις δυο λέξεις παραπάνω.

Φτάνεις στο τέλος και το μόνο που σκέφτεσαι είναι ο απέναντι, εκείνος που δεν βγάζει λέξη πίσω από το λευκό παραβάν. Ναι, δεν μπαίνω σε λεπτομέρειες, αστο για αργότερα. Γνωρίζω αλλά δεν ξέρω, απορώ αλλά δεν ρωτάω, μένω εκτός. Πάλι.

Κι αυτός τρέχει, αργά ή γρήγορα δεν ξέρεις, δεν υπάρχουν νούμερα -για τον χρόνο μιλάμε. Δεν ξέρεις τι θα ήθελες, να χτυπούσε τώρα το πουστροτηλέφωνο να τα σηκώσεις όλα και να εξαφανιστείς.

Διάλειμμα. Τραγούδι, φώτα, κάμερα, πάμε.

(Τι βρίσκει κανείς έχοντας ανοικτή την τηλεόραση στο Ιταλικό CSI?)

Τι έλεγα, για το τηλέφωνο που δε χτυπάει. "εσύ τι θα προτιμούσες;". Τι να σου πει ρε μαλάκα ο άνθρωπος, πλάκα κάνεις; εδώ δεν έχει υπάρξει μια φορά στη ζωή σου που να ήξερες τι θες, ρωτάς άλλον; βλήμα. Σκάσε. Και γράφε.

Γράψε για το χρόνο, τις απαιτήσεις που υπάρχουν και ποτέ δεν δημιούργησες, τις λέξεις που κάθε φορά βγαίνουν από τα μάτια, βρεγμένες, άηχες, τη βλακεία που σε δέρνει. Οχι τη "γενική" που άκουσες, αλλά τη συγκεκριμένη που κάθε φορά σε αναγκάζει και γράφεις ένα κάρο ασυναρτησίες.

Μη μου μιλάς για συναρτήσεις σε παρακαλώ, μα τα εκατό φιλετάκια αγριογούρουνου (που έφαγα προχθές και ήταν και γαμώ), τι διάλογος είναι αυτός πάλι; Είπες ότι θα περάσεις δύο λόγια από το κουκούτσι κι ακόμη κάθεσαι και γλύφεις με το μαχαίρι τη φλούδα. Μάλλον το μανταρίνι που έστιψες για τη βότκα είχε πολλά κουκούτσα και μπερδεύτηκες, να προτιμήσεις ένα άλλο φρούτο. Και να ελπίζεις να μην φτάσουμε να μπει το καλοκαίρι γιατί με τα πεπόνια και τα καρπούζια θα χάσεις το μπούσουλα. Εκεί να δεις φλούδα, εκεί να δεις κουκούτσα. Δεν σου αρέσουν οι γερμάδες γαμώ τη αγανάκτησή μου....

Παραλογίζεσαι αχαλίνωτα....

Τρίτη, Φεβρουαρίου 08, 2011

the walking distance






Περπατώντας στους δρόμους του πουθενά, ανακαλύπτεις πολλά χρήσιμα... κάτι.

Το βλέμμα ισορροπεί χωρίς δυσκολία, καθοδηγούμενο από τις σκέψεις. Χωρίς έννοιες, μόνο με σκέψεις.

Τα βήματα αφήνουν τα σημάδια τους, σε μέρη που κάποτε φανταζαν απρόσιτα, γελοία, αχαρακτηριστα.

Κι αν αυτή τη στιγμή αναρωτιέσαι ποια συνάρτηση "δένει" αυτά τα τρία επίθετα, μάλλον έχεις κάνει κάτι λάθος.

Λάθος κατεύθυνση ίσως, σε μια ηθελημένα λάθος διαδρομή...

Κι όμως. Το κοινό επικροτεί την πορεία σου, είναι ευχαριστημένο με την απόσταση, βρίσκει παρηγοριά στα χαντάκια και στις ανωμαλίες του δρόμου.

Κουβαλώντας στην τσέπη σου το βάρος της ευχαρίστησης τους, ξεμακράινεις...

Στο ίδιο αργό βάδισμα, πάντα μόνος.

Στην ίδια γαμημενη απόσταση.

"Ε, κυρ σκηνοθετα, τα παιδιά έφεραν τον γκρεμό, που να τους πω να τον αφήσουν;"