εγώ, τη μέρα, είμαι ένα τίποτα και τη νύχτα είμαι εγώ
"Πολλές φορές ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω, μα πώς να γίνει πιστευτό, περιπλανιόμουν, λοιπόν, σιωπηλός, κι αν δεν πέθαινα, είναι για να κρατήσω αυτή την έσχατη θέση και να μην υποφέρει ένας άλλος τελευταίος" Τ.Λ.
Η ζωή είναι μικρή για νά ναι θλιβερή μωρό μου ...
Η ζωή είναι μεγάλη μην την κάνεις καρναβάλι
Χάρτινο τσίρκο μόλις σε βρίσκω
Γέλια σκεπάζουν κάθε αστείο μου λυγμό
Μέσα σου θέλω για πάντα να ζήσω
Σαν τη σκιά στο πανηγύρι των σκιών
Ό,τι σκοτώνει τη δική μου χαρά
Είναι μια φάρσα που με κόβει στα δύο
Με πιάνει απ' το χέρι και με λόγια γλυκά
Σαν παιδί μ' οδηγάει στ' όμορφό σου σφαγείο
Και να 'μαι ξανά
Σ' ένα πλήθος που θυμίζει κάποιον άγνωστο φίλο
Κλωτσάω στα τυφλά
Σαν παλιάτσος σκοντάφτω πάνω στο ίδιο θηρίο
Που όλο μου λέει
Πως η δικιά μου σκλαβιά ειν' ένα χάρτινο τσίρκο
Με κάνει να κλαίω
Και φαίνομαι αστείος, γίνομαι αστείος
Χάρτινο τσίρκο μόλις σε βρίσκω
Κλαίω σαν άντρας σαν παιδάκι γελώ
Μέσα σου θέλω μια μέρα να σβήσω
Σαν τον τρελό στο πανηγύρι των τρελών
Ό,τι ξυπνάει τη δική μου χαρά
Ειν' ένα όνειρο σπασμένο στα δύο
Ψηλά με κρατάει στη ζεστή του αγκαλιά
Με πετάει ξαφνικά στο σκοτεινό σου ψυγείο
Και να 'μαι ξανά
Σ' ένα πλήθος που θυμίζει κάποιον άγνωστο φίλο
Κλωτσάω στα τυφλά
Σαν παλιάτσος σκοντάφτω πάνω στο ίδιο θηρίο
Που όλο μου λέει
Πως η δικιά μου σκλαβιά ειν' ένα χάρτινο τσίρκο
Με κάνει να κλαίω
Και φαίνομαι αστείος, γίνομαι αστείος...
Πάει καιρός τώρα που συνεχώς γίνομαι υποχείριο μιας αντίστροφης μέτρησης, σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς μου. Χωρίς να το ξέρω γεννήθηκα υπό την επήρεια μιας μεγάλης αντίστροφης μέτρησης (ΑΜ απο δω και πέρα) και συνεχίζω να βρίσκομαι στα υποσύνολά της.
Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι όλα αυτά τα χρόνια έχω συμβάλλει και γω σε αυτό το γαϊτανάκι, είτε οριοθετώντας δικές μου ΑΜ, είτε κόβοντας δρόμο στη μεγάλη. Κι αν η πρόθεση ήταν πάντα καλή (μια και μοναδική σε κάθε περίπτωση), οι πρακτικές που ακολούθησα απείχαν παρασάγγας από την ...καλοσύνη.
Τα σημάδια αυτών των πρακτικών άργησαν να φανούν, ίσως γιατί φρόντιζα γι' αυτό αποκρύπτοντας κάποιες λεπτομέρειες ή ακόμη και ολόκληρες "περιπέτειες". Φρόντιζα να "μακιγιάρομαι" κατάλληλα πριν τις δημόσιες εμφανίσεις μου στο ευρύ κοινό, ενώ δεν έλειψαν οι φορές που έβγαλα το σκισμένο τζιν και με οδηγό την λευκή καμπαρντίνα μου άλλαζα για μερικά δευτερόλεπτα ρόλους.
Την ίδια στιγμή, όταν οι καταστάσεις με πίεζαν πολύ, εμφανιζόμουν σαν την βρεγμένη γάτα. Τουλάχιστον καταλάβαινα ότι κάποια στιγμή η μαλακία έχει και ένα όριο. Η λέξη όριο είναι το κλειδί. Εάν ξέρεις που μπορείς να φτάσεις, φτάσε. Αν όχι να είσαι πάντα έτοιμος να αντιμετωπίσεις το κατηγορητήριο που θα στηθεί εναντίον σου από τον ίδιο σου τον εαυτό, οι άλλοι δεν θα προλάβουν να πουν λέξη....
Ολα αυτά τα χρόνια ο στόχος ήταν ένας και μοναδικός. Η λίστα. Το σιδερένιο κρεβάτι. Η λευκή δίφυλλη πόρτα με τα φινιστρίνια. Η νάρκωση. Και μετά τι; Μετά αδιάφορο. Αγνωστο, αλλά αδιάφορο. Την στιγμή που η αγωνία θα έλουζε τους έξω, ο μέσα θα είχε λυτρωθεί για τους κόπους του, την αναμονή του, την ανορθόδοξη προσπάθειά του.
Εχοντας ολοκληρώσει εδώ και κάποιους μήνες το πρώτο μονοπάτι του στόχου, τη λίστα, έχω μπει σε μια διαφορετική διαδικασία σκέψης. Δεν κοιτάω το παρελθόν, δεν βολεύομαι με το παρόν, δεν με απασχολεί το μέλλον. Παρουσιάζομαι κάπου ανάμεσά τους, εντός, εκτός κι επί ταυτά. Κόβω κάτι απο δω, λύνω απο κει, δένω παρακάτω. Δεν ψάχνω κάτι και μάλλον εκεί είναι το πρόβλημα. Οτι δεν ψάχνω. Οχι γιατι δεν υπάρχει κάτι να βρω αλλά επειδή αντιδρώ.
Αρνούμαι.
Αρνούμαι να αποδεχτώ την ελαφρολαική ρήση του "όλα καλά θα πάνε". Ασε μεγάλε, χορτάσαμε ευχή και κουράγιο, κάτι άλλο έχεις να πεις; Ο καθένας αντιλαμβάνεται το "καλά" διαφορετικά, οι περισσότεροι βάζουν σε αυτό την προσωπική τους θέληση, τον προσωπικό τους Γολγοθά, γενικεύοντας όμως μια φράση που γίνεται τσίχλα. Το καλύτερο που έχω ακούσει είναι το "όλα να πάνε όπως τα θες". Αυτό μάλιστα. Εδώ είσαι. Πες αυτό και τέλος.
Δεν θέλω να κουράσω με κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Μέσα στο σπίτι μας γίνεται του κουτρούλη ο γάμος, έχουν πέσει πάνω μας και μας βαράνε ενώ και μεις με την σειρά μας δεν ξεχνάμε να ρίχνουμε μερικές ψιλές. Να αυτοχαστουκιζόμαστε ρε αδερφέ. Οχι για να ξυπνήσουμε, αλλά για να γυρίσουμε και το άλλο μάγουλο. Ρίχνοντας μια ματιά στο ανθρώπινο γένος, δεν μπορώ να πω ότι θα μου λείψει και πολύ. Υποκρισία παντού, δεν μπορώ να βρω άλλη λέξη. Υπό αυτές τις συνθήκες, όχι δεν θέλω...
Εδώ υπάρχει αντίλογος του τύπου, "εντάξει και τι δουλειά έχεις να γυρίσεις εδώ, μείνει εκεί, πήγε στην Καμπότζη, στο Μπαλί, στα Μπαρμπέιντος ή ανέβασε σε ένα βουνό και μόναζε, Τι σκατά Προφήτης είσαι; Για τα πρώτα και τις λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις της Γης μπορώ να το συζητήσω αφότου κερδίσω το τζόκερ. Για τα βουνά, θα απαντήσω δανειζόμενος μια φράση από ένα πολύ αγαπητό μου βλογ.
Τον ρώτησα τάχα μου αδιάφορα αν στα βουνά θα έχουμε ευρυζωνική, μου είπε «σήμα στο κινητό δεν έχει, ευρυζωνικές ψάχνεις;» και αποφασίσαμε ομόφωνα ότι τα βουνά μπορούν να περιμένουν, δεν έχουν και πουθενά να πάνε άλλωστε.
Χόρτασα. Φχαριστήθηκα, Γέμισα. Πως το λένε; Δεν έχω άλλο ρε παιδί μου. Πέρασα απο δω, πήγα απο κει. Κοίταξα παραπάνω, μάζεψα απο παρακάτω, έφερα απο παρακείθε, έδωσα παραδώθε. Εζησα τα πάντα στους δικούς μου ρυθμούς, με τους δικούς μου κανόνες.
Εκανα πάντα το δικό μου.
Ξόδεψα ψυχή τε και σώματι με μοναδικό μου μέλλημα την ηδονή και για ανταμοιβή ένα... τίποτα. Ενα χαμόγελο, ένα βλέμμα, ένα ουρλιαχτό, μια βαθιά ανάσα, μια βρισιά, ένα δάκρυ. Ολα στα άκρα. Από τη μία γωνία του ρινγκ στην άλλη μόνος μου, χωρίς να με βαράει κανείς. Ετσι, επειδή ήθελα, επειδή μπορούσα.
Γιατί λοιπόν να υποβάλλω τον εαυτό μου σε μια νέα αναζήτηση, την οποία έχω απορρίψει εξ αρχής; Γιατί να μπω σε μια νέα ΑΜ, που κι αυτή μαζί της θα φέρει χίλιαδυο καινούρια ντράβαλα;
Ολα αυτά έχουν προκύψει μετά από πολλές ώρες συνεύρεσης με τον εαυτό μου μεταξύ σφύρας και άκμονως. Δεν με κουράζουν τα ταξίδια στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα, ούτε τρομάζω με αυτά, κάθε άλλο και όσοι είχαν την τύχη (ή την ατυχία) να με γνωρίσουν το έχουν καταλάβει. Γνωρίζω εκ των προτέρων ότι θα κριθώ άσχημα για τις σκέψεις μου και τα λεγόμενά μου, θα λοιδωρηθώ και δεν θα ναι λίγοι αυτοί που θα γυρίσουν και θα μου πουν "ότι ρε μαλακα, στη θέση σου οι άλλοι θα παρακαλούσαν για την ευκαιρία που έχεις και συ κάθεσαι και γράφεις παπαριές". Πόσο αστείο είναι όμως αυτό; "στη θέση σου...". Ποιος και γιατί στη θέση μου;...
Κινούμενος ανάμεσα στους κανόνες που οι άλλοι θέτουν, δημιουργείς αυτόματα εξαιρέσεις...
Σκέψου αυτό. Παλαιότερα (όχι στα χρόνια της χιονάτης...), ο καθρέφτης ήταν τόσο ευτελές υλικό, που τον μοίραζαν στους ιθαγενείς με αντάλλαγμα την ελευθερία τους, τη γη τους, την αξιοπρέπειά τους. Τα χρόνια πέρασαν και τώρα που εκπολιτιστήκαμε (πανάθεμά μας), μας έμεινε η αξιοπρέπεια αμανάτι και ο καθρέφτης στράφηκε εναντίον μας.
Για να κοιτάζεσαι στον καθρέφτη, δεν χρειάζεται να είσαι νάρκισσος ή κομπλεξικός με την εμφάνιση, αυτά είναι φήμες που διαδίδουν αυτοί που δεν έχουν τη δύναμη να κοιτάξουν τη ζωή τους κατάματα. Μην ξεχνάς, τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής.
Γι'αυτούς υπάρχουν άλλου είδους καθρέφτες, παραμορφωτικοί, που στόμα έχουν και μιλιά (δεν) έχουν. Υπάρχουν καθρέφτες που σου επιτρέπουν να δεις πίσω από το τζάμι τους, υπάρχουν άλλοι που απλά θολώνουν την εικόνα και θαμπώνουν με την αντανάκλασή τους. Αυτοί συνήθως κολακεύουν και κανακεύουν, αποκρύπτουν την πραγματικότητα ή παρουσιάζουν μια διαφορετική, παραμορφωμένη, εκδοχή της. Παραμονεύουν παντού, από τη στιγμή που ανοίγεις τα μάτια σου μέχρι και τη στιγμή που τα κλείνεις, τις ώρες τις κανονίζουν οι βιορυθμοί σου. Μερικοί είναι τόσο …αιμοσταγείς που εισβάλλουν και στα όνειρά σου.
Ο άνθρωπος, στην καθημερινότητά του ασχολείται πολύ με τον καθρέφτη (του). Κοιτάζεται, του μιλάει, τον βγάζει για καφέ, για φαγητό, του κάνει σκέρτσα και νάζια, του αποκαλύπτεται ψυχή τε και σώματι. Τον χώνει σε τσάντες, του τραγουδάει, βρίζει, του γκρινιάζει.
Στο τέλος της ημέρας έρχεται η στιγμή της άηχης ερώτησης, «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου».... Ερχεται η στιγμή που κοιτάζεις και δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου, βλέπεις μόνο κούραση, απογοήτευση και γήρας (με αυτή τη σειρά παρακαλώ). Όχι δεν φταίς, δεν φταις εσύ. Δεν γίνεται να φταις εσύ.
Ο Ταρκόφσκι, όταν κλήθηκε να μοντάρει τον δικό του καθρέφτη είχε πει: «Η ταινία δεν στεκόταν στα πόδια της, δεν έπαιρνε μορφή, σωριαζόταν χάμω, εκεί που την παρακολουθούσες, δεν είχε ενότητα, αναγκαία εσωτερική σύνδεση, λογική».
Κι όμως, στο τέλος, η ταινία ολοκληρώθηκε. Είχε συμβεί το απλό, ο μεγάλος σκηνοθέτης είχε διαλέξει μια διαφορετική οπτική γωνία, ο κόπος του και ο μόχθος του δεν είχε πάει χαμένος. «Το υλικό ζωντάνεψε, τα μέρη του άρχισαν να λειτουργούν πάλι σαν να τα συνέδεε η κυκλοφορία του αίματος. Η ταινία είχε σταθεί στα πόδια της. Ήταν σοβαρή απόδειξη ότι το γύρισμα είχε γίνει καλά. Προφανώς τα μέρη ενώθηκαν από μια εγγενή τάση του ίδιου του υλικού. Ο χρόνος που διέτρεχε όλα τα πλάνα είχε βρει τα σκόρπια κομμάτια του και τα είχε συνταιριάσει».
Βότκα μανταρίνι, με μπόλικα παγάκια, ελαφριά, όπως το απογευματάκι, δεν με ξεγελάς κι ας είναι μηδέν, δυο : μηδέν, μηδέν (02:00). Τί περίμενες δηλαδή όταν ξυπνάς στις δεκαπέντε και κάτι ψιλά. "Δεν σε βλέπω να κοιμάσαι σύντομα", μας πήρανε χαμπάρι αδερφέ, κρύβε λόγια. Δεν έχω να κρύψω, μου τα έκρυψαν άλλοι απόψε ή καλύτερα δε μου τα φανέρωσαν ποτέ. Εσύ να επιμένεις να κρύβεσαι πίσω από τη συνήθη σου μελαγχολία, πιες μια γουλιά ακόμη μπας και γράψεις δυο λέξεις παραπάνω.
Φτάνεις στο τέλος και το μόνο που σκέφτεσαι είναι ο απέναντι, εκείνος που δεν βγάζει λέξη πίσω από το λευκό παραβάν. Ναι, δεν μπαίνω σε λεπτομέρειες, αστο για αργότερα. Γνωρίζω αλλά δεν ξέρω, απορώ αλλά δεν ρωτάω, μένω εκτός. Πάλι.
Κι αυτός τρέχει, αργά ή γρήγορα δεν ξέρεις, δεν υπάρχουν νούμερα -για τον χρόνο μιλάμε. Δεν ξέρεις τι θα ήθελες, να χτυπούσε τώρα το πουστροτηλέφωνο να τα σηκώσεις όλα και να εξαφανιστείς.
Διάλειμμα. Τραγούδι, φώτα, κάμερα, πάμε.
(Τι βρίσκει κανείς έχοντας ανοικτή την τηλεόραση στο Ιταλικό CSI?)
Τι έλεγα, για το τηλέφωνο που δε χτυπάει. "εσύ τι θα προτιμούσες;". Τι να σου πει ρε μαλάκα ο άνθρωπος, πλάκα κάνεις; εδώ δεν έχει υπάρξει μια φορά στη ζωή σου που να ήξερες τι θες, ρωτάς άλλον; βλήμα. Σκάσε. Και γράφε.
Γράψε για το χρόνο, τις απαιτήσεις που υπάρχουν και ποτέ δεν δημιούργησες, τις λέξεις που κάθε φορά βγαίνουν από τα μάτια, βρεγμένες, άηχες, τη βλακεία που σε δέρνει. Οχι τη "γενική" που άκουσες, αλλά τη συγκεκριμένη που κάθε φορά σε αναγκάζει και γράφεις ένα κάρο ασυναρτησίες.
Μη μου μιλάς για συναρτήσεις σε παρακαλώ, μα τα εκατό φιλετάκια αγριογούρουνου (που έφαγα προχθές και ήταν και γαμώ), τι διάλογος είναι αυτός πάλι; Είπες ότι θα περάσεις δύο λόγια από το κουκούτσι κι ακόμη κάθεσαι και γλύφεις με το μαχαίρι τη φλούδα. Μάλλον το μανταρίνι που έστιψες για τη βότκα είχε πολλά κουκούτσα και μπερδεύτηκες, να προτιμήσεις ένα άλλο φρούτο. Και να ελπίζεις να μην φτάσουμε να μπει το καλοκαίρι γιατί με τα πεπόνια και τα καρπούζια θα χάσεις το μπούσουλα. Εκεί να δεις φλούδα, εκεί να δεις κουκούτσα. Δεν σου αρέσουν οι γερμάδες γαμώ τη αγανάκτησή μου....